Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2018

ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (Της Μαρίνας Μάγκλαρη)


Δευτέρα. Βράδυ.


Ουρλιάζοντας έφυγες.  Τα λάστιχα των αυτοκινήτων δεν μπορούσαν να καλύψουν τα ουρλιαχτά σου. Οι σκάλες του διαδρόμου ηχείο. Όλοι σ’ ακούσανε. Είχανε γείρει στις πόρτες τους. Το αυτί κολλημένο στο ξύλο τριπλασίαζε την οργή σου. Ξερνούσαν τα σκαλοπάτια τις ακατάληπτες βρισιές σου, ποτάμια ξεχύνονταν μπρος  σου κι εγώ παρακαλούσα να γλιστρήσεις απάνω τους, να τσακίσεις την αγριάδα που έτρεμε σύγκορμη στο κορμί σου, να πνιγείς στο δικό σου ξερατό. Εσύ κλωτσούσες αόρατους γίγαντες στον καλοκαιρινό δρόμο. Εγώ κλωτσούσα ο,τι είχες αφήσει πίσω σου, ρούχα, παπούτσια, εφημερίδες, την ποτέ ύπαρξή σου.
Κλωτσούσα και γέλαγα σαν τρελή. Σε φωτογράφιζα σε πλάνα αδυσώπητης καταστροφής, να σε βλέπω να πέφτεις στα γόνατα, ν’ αφήνεις τον τελευταίο ήχο και μετά να μουγγαίνεσαι . Έχω επιστροφή σιωπής. Ρυθμίστε μου το ακουστικό. Θέλω ν’ ακούω να μασάς, να αναμασάς τα σάλια σου, όπως θα φτύνεις τον πρώτο περαστικό που θα νομίζεις πως σε κοίταξε πέρα από την αναξιόπιστη στοργή σου.



Τρίτη.



Πιο εύκολα ξημερώνουν οι Τρίτες. Όχι πια. Η σιωπή κάθισε πέτρα στο μωσαϊκό που άφησες τα τελευταία σου ίχνη. Τα τελευταία… Όμορφα που ακούγεται αυτή η λέξη, κάποιες φορές. Θα ανοίξω τα παράθυρα διάπλατα, να έρθει ο κόσμος μέσα, να έρθει τόσος κόσμος που πια να μην χωράω.



Τετάρτη.



Θρίαμβος σχεδόν η φυγή μου. Είναι πιο εύκολο να μη με βλέπω με τα μάτια σου. Χοροπηδάω ξυπόλητη δίπλα στο ξεκίνημα του καλοκαιριού. Ξέρω πως είσαι θυμωμένος. Τρεις μέρες κρατάς τον θυμό σου κι έπειτα έρχεσαι γλαρωμένος πάνθηρας τη λεία σου να σιτέψεις ώσπου να μαλακώσει. Σου στοίβαξα όσα εδώ μέσα άφηνες να με δένουν, στη σκέψη πως δεν θα έπαυες να γυρίζεις, όσο μακριά κι αν πάλευε το λιγωμένο μούτρο σου. Πότε σ’ αγάπησα; Σ’ αγάπησα στ’ αλήθεια;



Πέμπτη.



Τίποτ’ από εσένα δε μου λείπει. Μόνο να ‘ρθεις να πάρεις ό,τι ποτέ δεν έγινε δικό μου. Κι όταν θα φύγεις θα στρώσω τα άστρωτα χαλιά κι ας είναι καλοκαίρι. Απάνω τους να κάθομαι σα να ‘μαι σε παλάτι. Κι απ’ την αρχή θα ονειρεύομαι την απαρχή του κόσμου.



Παρασκευή.



Μετράω την πέμπτη ημέρα του αφανισμού σου.

Όταν ξημέρωσε η πέμπτη ημέρα, είπε ο Θεός: “Να γεμίσουν τα νερά με πλήθος ψάρια και πλήθος πουλιά να πετούν στον ουρανό...”.

Ένα μικρό ψαράκι, ένα από αυτά που έριξε ο Θεός σε λίμνες, θάλασσες, ποτάμια, ένα μικρούτσικο ψαράκι ξεκίνησε να κολυμπά, να φτάσει όπου το ρεύμα θα υποδείξει. Μα ήταν πουλί και πέταξε κι έφυγε μακριά μου. Και τώρα πια δεν ζει ν’ ακούσω το ουρλιαχτό του. Και μήτε εσύ θα ζήσεις πια, παρά μόνο μέσα από ταχτοποιημένες αράδες άγνωστου γλωσσοδέτη.



Κάποια βράδια γέρνω πάνω στην πόρτα, κολλάω το αυτί μου στο ξύλινο ηχείο της, να ακούσω τη σιωπή μας και είναι η πιο χαρούμενη σιωπή που γνώρισε ο κόσμος όλος.



MarMag

πίνακας: ''the bird", by Wassily Kandinsky

 



  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου