Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΟΡΕΙΝΟ ΔΑΣΟΣ, (Του Ιωάννη Δεληγεώργη)


Έκανα μια βόλτα στο δάσος. Σε μια από τις αγαπημένες μου διαδρομές όπου έφτασα με μοτοσικλέτα. Στα βόρεια του νομού Ροδόπης, περίπου πενήντα χιλιόμετρα από την Κομοτηνή, κάπου στα ΒΑ του χωριού Σαρακηνή αλλά και ακόμα πιο πέρα, κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Ίσως η εποχή δεν ήταν η καλύτερη για ένα τέτοιο εγχείρημα. Δυο μέρες πριν τη δεύτερη ισημερία του έτους, το φθινόπωρο μόλις που έχει αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία του. Η παρατεταμένη ξηρασία και η ζέστη εντείνουν ακόμα περισσότερο τις τελευταίες εκπνοές του καλοκαιριού. Ούτε τα μανιτάρια έχουν ξεπεταχτεί, ούτε τα φύλλα έχουν πάρει τα κιτρινοπορτοκαλιά τους χρώματα ακόμα, ούτε τα φθινοπωρινά αγριολούλουδα, όπως στενμπέργκιες, κυκλάμινα, κολχικά, σκίλες, ούτε καν εκείνες οι γεμάτες ατμοσφαιρικό μυστήριο πρωινές ομίχλες έχουν ακόμα κάνει την εμφάνισή τους.

Κι έτσι όμως το δάσος αναδίδει ατόφια τη γοητεία του, παρά τα ελλείποντα αυτά μικρά κι εφήμερα στολίδια του. Περιοχές με απότομες κλίσεις, τρεχούμενα ρυάκια με εντυπωσιακά βράχια, πυκνά δάση οξιάς και μονοπάτια που προχωρούν στις πλαγιές, δίνουν στην όλη εκδρομή ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Κάποιες από τις οξιές είναι πραγματικά αξιοπρόσεκτα δείγματα δένδρων. Δεν είναι τυχαίο που οι αρχαίοι μας πρόγονοι φαντάστηκαν σε τέτοια γέρικα δένδρα να κατοικούν θηλυκά πνεύματα που τα προστατεύουν, νύμφες που τις ονόμαζαν Δρυάδες, Μελίες, Καρυάτιδες κτλ. Πολύ μεγάλα δένδρα οξιάς, με ογκώδεις και πολυπτυχείς κορμούς άλλοτε καλυμμένους με βρύα, άλλοτε με κάποιες ίσκες, υψώνονται σαν ζωντανή ιστορία δημιουργώντας μια πυκνή κομοστέγη που κρύβει τον περιπατητή από την ήλιο, αγκαλιάζοντάς τον και δίνοντάς του την αίσθηση πως περπατά μέσα σε μια φωτεινή σπηλιά.

Εκτός από τη χαρακτηριστική φυτοκοινότητα που επηρεάζει τη διάθεση του επισκέπτη, δίνοντάς του την αίσθηση πως βουτά σ’ ένα διαφορετικό κόσμο, αυτόν που οι πολλοί αποκαλούν φύση, δηλαδή κάτι το απόμακρο που είναι συνάμα ξένο και ταυτόχρονα θαυμαστό, είναι και το ανάγλυφο που με την ιδιομορφία του επηρεάζει με τον λανθάνοντα τρόπο του τη διάθεση του περιπατητή. Οι απότομες δασοσκεπείς κλίσεις είναι δελεαστικές αλλά και συνάμα αποθαρρυντικές, μία δοκιμασία τόσο για τα πνευμόνια όσο και για τα γόνατα. Και σε συνδυασμό με το απόμακρο της περιοχής, όπως και ευμετάβλητο του καιρού (η μέρα ήταν σχετικά ηλιόλουστη αλλά τέτοιες τοποθεσίες πολύ εύκολα τυλίγονται μέσα στα σύννεφα που φέρουν μαζί τους ξαφνικές καταιγίδες) περνούν στον περιπατητή την αίσθηση πως βρίσκεται σ’ ένα άκρο, σ’ ένα σύνορο, εκεί όπου η ασφάλεια της πόλης και του σπιτιού αρχίζει να γίνεται κατανοητή απ’ έξω. Ως κάτι όχι και τόσο δεδομένο δηλαδή. Σε μια τέτοια βόλτα μπορεί κάποιος να διαισθανθεί την ανθρώπινη μικρότητα και αδυναμία. Πως ο πολιτισμός μας δεν είναι παρά το μεγάλο νοερό σπίτι της ανθρωπότητας στο οποίο έχει καταφύγει για να κρυφτεί και να γλιτώσει από τη φύση. Και αυτή που τον περιβάλλει αλλά, περισσότερο, από αυτή που εσωκλείει στο ασυνείδητο της ψυχής. Και θα έλεγα, πως πέρα από τις όποιες μινιμαλιστικές και μαξιμιλιστικές φυτικές ομορφιές του δάσους, πέρα από τα ευωδιές που μεταφέρονται με τα τερπένια των δένδρων και την όποια αισθητική απόλαυση που τέρπει το μάτι, αυτή η αίσθηση της υπεροχής και της αδάμαστης ομορφιάς σε σχέση με την ένδεια του ενός ανθρώπου είναι η κυριότερη γοητεία του ορεινού δάσους. Μια συνολική θεώρηση των πράγματων, μια θέα από ψηλά: για όποιον μπορεί και αφήνει το δένδρο για να αντιληφθεί το δάσος, το μεγάλο δάσος και τη μεγάλη εικόνα.

Που γίνεται βέβαια ακόμα πιο ευχάριστη, όταν κάποιος τη θυμάται έχοντας τελικά επιστρέψει ασφαλής στο σπίτι του. 



Ι.Χ. Δεληγεώργης



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου