Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

‘’ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ’’ Του Στέλιου Μοίρα.

Υπάρχει κάτι στον ήλιο που ποτέ δεν του άρεσε. Ο τρόπος που τα καψαλίζει όλα. Όλα τα φανερώνει όπως ακριβώς είναι. Αυτό το φως ενοχλεί το Σταύρο κι επιμελώς το αποφεύγει. Ξυπνάει πριν τις έξι, ρουφάει άτσαλα τα τσιγάρα, γιατί βιάζεται. Παίρνει μυρωδιά από ένα βασιλικό, λέει την ίδια φράση από μέσα του κάθε πρωί, «Υπάρχει ελπίδα για μένα». Κάθε μέρα είναι μια πιθανότητα. Μένει στο ίδιο σπίτι με τη μάνα του, όχι γιατί η εποχή είναι δύσκολη. Στη δικιά του περίπτωση περιπλέκεται ένα φάντασμα που κυκλοφορεί πίσω από τους δυο τους, μια σκιά που λέγεται εξάρτηση. Ο πατέρας τούς παράτησε πριν γεννηθεί.

Δεν ήταν κάποιος για χρόνια, γιατί ποτέ δεν βγήκε από την κλινική με κάποιο χαρτί που να τον επιβεβαιώνει. Δουλεύει στο Πέραμα. Σε ένα υπόγειο. Κάθε μέρα καταφθάνουν παραγγελίες για τεράστια κότερα από Έλληνες και Άραβες επιχειρηματίες. Κάγκελα, κουπαστές, μεταλλικοί διάκοσμοι, μηχανές, όλα φτάνουν σαν ένα άμορφο κομμάτι, άψυχα ρομπότ που πρέπει να φύγουν από κει μέσα όμορφα και πολυτελή για να εγκατασταθούν κάτω από το φως και την αλμύρα κάποιας μαρίνας.

Εκεί συναντά και την Έλσα. Κώστας κι Έλσα είναι ένα ζευγάρι που προσπαθούν να κρατούν επαφή με χρήσιμους ανθρώπους. Ένας μεταμοντέρνος, κουρασμένος γάμος, ελεύθερος σε σύγκρουση, οργή και σπερματική ανταλλαγή. Η σχέση τους; Κοιτάζονται από τον καθρέφτη. Την μόνη επιφάνεια που δείχνει την διάστασή της.

Η θλίψη για την Έλσα ήταν κάτι προσωπικό. Σαν ένα ποντίκι που γυρνάει συνεχώς μέσα σε ρόδα. Της αρέσει να παίζει με λίμες. Τρεις τέσσερις γραμμές στο χέρι, ώσπου να αναβλύσει χρώμα. Φάρμακα, κρίσεις, κοψίματα και ροπή να κάνει τους άλλους να νιώθουν πως δεν μπορούν να την βοηθήσουν.

Η συνάντηση Σταύρου – Έλσας είναι καρμική. Πριν από την Έλσα, σχεδόν δεν υπήρχε. Ούτε τους ανθρώπους γνώριζε. Τους έμαθε στρεβλά μέσα από τα μάτια της. ‘’Μέσα από τα μάτια της’’ κι ο τίτλος του μυθιστορήματος, του Στέλιου Μοίρα. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Andys Publishers. Την σκέφτεται συνεχώς. Τη θλίψη που βγαίνει σαν βαμβάκι από τα χείλη και κάθεται σαν πέτρα πάνω της. Θέλει μόνο να την ξαναδεί, να την ακούσει. Έχει το άπιαστο, το απροσδιόριστο που δεν μπορείς να αγγίξεις. Όσο παλεύει να κρατήσει επαφή, άλλο τόσο νιώθει να κυνηγάει κάτι που δεν μπορεί να φτάσει. Η εβδομάδα με την απουσία της είναι χρόνος νεκρός.

Υπάρχει ένα άδειο δωμάτιο κι ένα άδειο σπίτι. Πάντα οι άνθρωποι κουβαλούν το φορτίο τους γεμίζοντας χώρους. Ο Σταύρος φεύγει από το σπίτι του. Δύο βαλίτσες και δύο κούτες. Τίποτε άλλο. 29 χρόνια απλωμένα σαν βούτυρο μήπως και γεμίσει η επιφάνεια. Πότε ορίζεσαι στ’ αλήθεια; Τι χρειάζεται κανείς για να υπάρχει; Τα μάτια της Έλσας κουβαλούν πάντα μια ιδέα απόστασης. Και ο Σταύρος ζει πλέον μέσα από τα χέρια της, το σώμα, τα λόγια της, μέσα από τα μάτια της. Κοιμάται, την ακούει να παραμιλά χαμηλά με τον τρόπο που μικρά παιδιά αφήνουν τις προσευχές τους, ανάμεσα στις παραισθήσεις του ενύπνιου και της ασώματης ατμόσφαιρας. Ώρες ώρες την νιώθει σαν μια μέλισσα που τον τσιμπά καθώς πετάει μακριά, η κοιλιά της σκίζεται από την απώλεια του κεντριού, αργοπεθαίνοντας στον αέρα.

Μέλισσα. μ-ΕΛ-ιΣΑ.

Ανόητος και μόνος. Σαν την μάνα του. Η Έλσα και το χαρτί γέννησης. Η Έλσα κι ο πατέρας του. Η μητέρα και το σπίτι. Το σπίτι κι αυτός. Στη δουλειά οι φωνές αυξάνονται. Μαζική συμπλοκή από συνδικαλιστές, αστυνομικούς κι εργάτες που προσπαθούν να φτάσουν στα Καρνάγια. Μέταλλο και ξανά μέταλλο. Φλόγα μπλε και στην πηγή της κόκκινο.

Στη ζωή πρέπει κάποια στιγμή όλα να ταιριάζουν και να μπαίνουν σε τάξη. Μια φορά έστω.

Η Έλσα βρήκε τον εκτελεστή της. Έναν άνδρα μοναχικό κι άπειρο κοινωνικά για να πράξει αυτό που εκείνη δεν μπορούσε. Το δεξί της χέρι τρέμει και μυρμηγκιάζει καθώς κλείνει με δύναμη μέσα του το όπλο. Το προσφέρει στο Σταύρο. Του ζητά για πρώτη φορά να την αγαπήσει. Να της το αποδείξει.  Μόνο τα μάτια της τον κρατάνε ψύχραιμο, χωρίς να μπορεί να κοιτάξει αλλού. Καταλαβαίνει πως είναι νεκρή από καιρό. Ο πυροβολισμός ακούγεται σαν χαστούκι. Γρήγορα, επίπεδα, χωρίς αντήχηση. Το όπλο μπαίνει στην εσωτερική τσέπη.

Κάθεται έξω από το σπίτι της μάνας του σαν σιωπηλός αποχαιρετισμός. Μπαίνει σε ένα ταξί. Κατευθύνεται στο χωριό του πατέρα του. ‘’Σπάρτη, πάμε Σπάρτη’’. Ήθελε μόνο να τον δει. Ο Σταύρος υψώνει το όπλο. Τρεις γρήγορες λάμψεις θα σκάσουν. Δε νιώθει κάτι. Μόνος. Χωρίς βάρος. Χωρίς όνομα. Από το αίμα, ίσως μείνει μόνο αίμα.

Ο βαλλιστικός έλεγχος μαρτύρησε διπλή ανθρωποκτονία.

Για το δράστη η Έλσα ήταν και θα παραμείνει ο μόνος κόσμος που γνώρισε, ο μόνος κόσμος που μπόρεσε να δει!

Ο Στέλιος Μοίρας μέσα από εικόνες, χρώματα, περιγραφές, ήχους, μουσικές, φτιάχνει τον απόλυτο σκοτεινό έρωτα. Καμιά φορά νιώθεις ότι είσαι στο δικό του χωροχρόνο και κρυφοκοιτάς από την κλειδαρότρυπα. Δύο άνθρωποι που γίνονται ένας. Κι ο μεγάλος, ατέλειωτος κόσμος, γίνεται μικρόκοσμος. Ο ένας προσπαθεί να σώσει ή να καταστρέψει τον άλλον!; Να τον τραβήξει στην δική του γωνιά ή να περάσει στην απέναντι; Το απόλυτο καμιά φορά είναι σωτηρία και καταστροφή μαζί. Ένα βιβλίο που το κάνεις εικόνα κινηματογραφική. Και περιμένεις το end

                                                        Μαίρη Γεωργιοπούλου
  • το κείμενο περιέχει αποσπάσματα από το βιβλίο



Επικοινωνία με το συγγραφέα:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου