Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ και άλλων…

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΈΝΑΣ ΣΚΥΛΟΣ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ. Κουτσός, στραβός, κουφός κι ανάπηρος. Στου κουφού την πόρτα, παίρνεις την πόρτα και φεύγεις. Το ‘’μαζί’’ δεν θα έρθει ποτέ. Κι ας χτυπιόμαστε στα πατώματα. Κι ας φέρουμε δεκαεκατό νταβάδες να του παίζουν ήττα. Το ταυτόχρονο για να υπάρξει θέλει το χωροχρόνο του.

Εκείνη έχει ούτε χώρο, ούτε χρόνο. Τα χωροχρονικά ξέρασε εκτός της. Άμα δεν θέλει η αγάπη…





Αριθμός μονός. Μόνη την αφήνει. Οι άλλοι είναι οι περιττοί. Ένας. Μετρά, ξαναμετρά. Ένας. Μία. Ένα. Επίθετο την στοίχειωσε. Αυτήν την ανώνυμη. Αριθμητικό, απόλυτο. Πολλαπλασιαστικό δεν θα γίνει ποτέ.

Διπλός θα είναι μόνο ο πρωινός ελληνικός καφές της. Χωρίς παρέα. Χωρίς ερωτοοικογενειακά γευματόδειπνα, να αναδίδουν οσμές καλοψημένου κυριακάτικου. Χωρίς οβάλ στολισμένα με κεριά και λουλούδια τραπέζια. Μόνη μυρωδιά, καμένου λάστιχου. Άφατου μυαλού.

Κι ένα τραπεζάκι κόκκινο. Το καινούργιο το τραπεζάκι το κόκκινο, που περιμένει πώς και πώς τον ερχομό του κι αυτό τον πηγαιμό του από το ξυλουργείο στο σπίτι. Να είναι ασορτί με τα κόκκινα παπούτσια και κείνη την περιβόητη κόκκινη φούστα με το χρυσό σιρίτι.

Δεν φοβάμαι μην το ενήλικο τραπεζάκι μείνει λάφυρο κρυμμένο σε ενήλικη αποθήκη. Όπως η παιδική η φούστα, ξέμεινε σε παιδική ντουλάπα. Αυτό θα στέκεται γερά στα πόδια του, περήφανο θα πιάνει όλο το χώρο μπρος από την βιβλιοθήκη.



Μέσα στα μεθυσμένα της στραβοπατήματα, τα βήματα τα κάνει σίγουρα. Χορεύει μόνη. Μερικές φορές κάνει πως είναι εδώ, δίπλα της. Ο παρτενέρ. Πατάει τα πέλματα πάνω στα πόδια του, παλάντζο. Να παίξουν τους συζύγους. Να φτάσει στο ύψος του. Μα πάλι, ας είναι πιο ψηλή… Στο επίπεδο των ματιών του δεν έρχεται. Δεν την αφήνει να φτάσει. Κρέμεται από το λαιμό του. Και την παίρνει στο λαιμό του. Με άνανδρη σπρωξιά την κατεβάζει από το βάθρο της. Πεταμένος άνθρωπος στη γη. Πριν ήταν σε θρόνο. Άγριο χτύπημα λες κι έπεσε από τον τρίτο. Εντός των τοίχων. Σπιτικό ανασφάλειας. Αυτός είναι ο ληστής. Ο παλιάτσος με την κόκκινη μύτη, αυτή. Χωρίς πόδια.

Εντός των τειχών, των αθηνααίζικων.

Χτυπάει το μάρμαρο. Το πονάει με το κεφάλι. Ανάσκελα. Θολωμένη. Τα βλέφαρα βάφονται πράσινα. Τελειωμένη αρτίστα. Από αντανάκλαση του σταυρού, που αναβοσβήνει από το απέναντι εφημερεύον φαρμακείο. Γραπώνεται από τις θεραπευτικές του κούτες.



«Βοήθεια! Ξανακυλάω», μου ψιθυρίζει.

Της φωνάζω με τα μάτια. Δηλωτικό παρουσίας. Δυνητικό ζωής.

«ΕΔΩ ΕΙΜΑΙ».

Κούφια λόγια πετάν τα μάτια.



«Αμοντάριστο», κουρδιστό πορτοκάλι, χωράει στην παλάμη του. Την τραβάει κάμερα. Γυάλινος, παραλυτικός φακός. Την κουρδίζει. Την μεγεθύνει… την συρρικνώνει. Φοβάται. Φοβάται; Την παίζει. Την πετάει ψηλά. Αν δεν προλάβει να την πιάσει; Θα σπάσει! Την βιάζει! Πόσο ταινία! Σειρήνα. Σπάει τύμπανα στο the end ο Μπετόβεν. Σαράβαλες νότες. Πόσο μουσική!



Ταράτσες, σύνορα με την παράνοια. Πέφτοντας βρεθήκαμε στον αέρα. Εκεί την γνώρισα. Εκεί η πρώτη καρμανιόλα συνάντησή μας. Μετά το γδουπ της κατακόρυφης πτώσης. Στο στερέωμα η φωτιά!... Την κάψαμε και σωθήκαμε. Η αληθινή πρώτη συνάντηση έγινε σε μια παρουσίαση βιβλίου.

Αντίστροφα μετράμε τις εποχές. Χ απαγορευτικό στη μιζέρια. Οι μιζέριες σκουριασμένα καρφιά. Τα βγάλαμε. Βαράμε ενέσιμα να αποφύγουμε την αρρώστια. Της μόλυνσης.

Αυτό το ταξίδι, ταξιδεύουμε. Έτσι το μάθαμε. Να σκοτώνουμε σακάτισσες μέρες και να τις ξαναγεννάμε. Υγιείς…;;;

                                                            Μαίρη Γεωργιοπούλου

                      


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου