Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΜΑΡΙΝΑ σκέφτεται και γράφει… ‘’Η ΕΚΘΕΣΗ’’

Η κυρία μας μάς είπε σήμερα ότι θα πρέπει να γράψουμε μία έκθεση. Εγώ δεν ξέρω τι θα πει «έκθεση» και πώς θα τη γράψουμε. Τη μόνη έκθεση που γνωρίζω είναι αυτή που γίνεται κάθε Σεπτέμβριο στην πόλη μας κι εγώ ανυπομονώ να πάω με τον αδελφό μου και τον μπαμπά μου και να μας αγοράσει πολλές μάρκες και να ανέβουμε σε όλα τα παιχνίδια του λούνα παρκ. Περισσότερο από όλα μ’ αρέσει η «Μπαλαρίνα», αλλά να κάθομαι από τη μέσα μεριά, γιατί φοβάμαι πολύ όταν βρίσκομαι στο κομμάτι της φούστας που βρίσκεται ψηλά στον αέρα και νομίζω πως θα πέσω και θα φάω τα μούτρα μου και θα έχω αίματα και ο αδελφός μου δεν θα κλάψει που εγώ θα πονάω, αλλά θα θυμώσει και θα φωνάζει που κάνω βλακείες και που του χαλάω κάθε φορά την βόλτα του στο λούνα παρκ. Και δεν σιχαίνομαι μόνο τις φωνές του αδελφού μου, αλλά ντρέπομαι πολύ γιατί θα γίνω ρεζίλι
σε όλα τα παιδιά που θα κάθονται στο φουστάνι της μπαλαρίνας και στους μεγάλους που θα κοιτάζουν και μετά θα δημιουργηθεί μεγάλη φασαρία και μπορεί να φωνάξουν και την αστυνομία και το ασθενοφόρο και μπορεί να χαλάσει όλη η έκθεση. Για όλα αυτά κάθομαι από τη μέσα πλευρά της φούστας. Ούτε αυτή η θέση είναι πολύ καλή, γιατί όταν η μπαλαρίνα κατεβάζει το φουστάνι προς τα πλακάκια εγώ αναγκάζομαι να πέφτω πάνω στον αδελφό μου που μου δίνει αγκωνιές και πάλι φωνάζω να μην τον σπρώχνω και να κρατιέμαι από το σίδερο. Αλλά εγώ το ορκίζομαι πως δεν το κάνω επίτηδες. Δεν έχω καμιά όρεξη να ακούω τις αγριοφωνάρες του, αλλά δεν μπορώ να κρατηθώ από το σίδερο και το κάθισμα είναι τόσο γλιστερό. Δεν καταλαβαίνω γιατί τα κάνουν γλιστερά τα καθίσματα. Και μερικές φορές ζαλίζομαι. Και μια φορά μου ήρθε να κάνω εμετό και ήθελα να φύγουμε και φώναζα πως ήθελα τη μαμά μου και πάλι ο αδελφός μου θύμωσε, έστριψε τα μούτρα του και έλεγε στον μπαμπά μου να μην με ξαναπάρουν μαζί τους γιατί κάνω σαν μωρό. Αλλά εμένα μ’ αρέσει και η «Μπαλαρίνα» και το «Ταψί», και σε αυτό δεν μπορώ να κρατηθώ καλά και κάθε φορά νομίζω πως θα φύγω από τη θέση μου και θα βρεθώ στη μέση του ταψιού και πηγαίνω από τη μία άκρη στην άλλη και όλοι θα με κοροϊδεύουν. Αλλά ευτυχώς ποτέ δεν έφυγα από τη θέση μου γιατί κρατιέμαι πάρα πολύ δυνατά από το σίδερο, αλλά όταν κατεβαίνω από το ταψί πονάνε τα χέρια μου ολόκληρα. 
Μ’ αρέσει και το «Τρενάκι του τρόμου» που είναι σκοτεινά και ήσυχα και ξαφνικά εμφανίζονται κάτι τέρατα και κάτι σκελετοί κι εγώ τρομάζω και ουρλιάζω και ο αδελφός μου γελάει και δεν καταλαβαίνω γιατί γελάει αφού το λένε «Τρενάκι του τρόμου». Και μ’ αρέσουν και τα συγκρουόμενα, αλλά να οδηγώ μόνη μου, γιατί αν δεν έχουμε πολλές μάρκες ο αδελφός μου ποτέ δεν με αφήνει να οδηγήσω και λέει πως δεν ξέρω. Και μετά μου αρέσει η έκθεση γιατί ο μπαμπάς πάντα μας αγοράζει σάντουιτς και σκέφτομαι πως αυτό το σάντουιτς είναι πολύ πολύ νόστιμο, καλύτερο από αυτό που μας φτιάχνει η μαμά για το σχολείο και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όλοι οι μεγάλοι λένε πως αυτά είναι βρώμικα, αφού είναι πιο νόστιμα. Αυτό δεν το έχω πει ποτέ στη μαμά μου γιατί ξέρω πως θα στεναχωρεθεί και μπορεί να θυμώσει που προτιμώ τα σάντουιτς που όπως λέει «ποιος ξέρει πόση σκόνη έχουν φάει και πόσες ώρες είναι εκτός ψυγείου και πόσες μύγες τα έχουν φτύσει». 
Στην έκθεση κάνουμε πολλές βόλτες στα περίπτερα και βλέπουμε κάποια πράγματα που είναι βαρετά, βλέπουμε κάτι τρακτέρ και κάτι μηχανήματα που είναι για τα χωράφια και κάτι άλλα που δεν ξέρω τι είναι, αλλά εμένα μ’ αρέσει να πηγαίνω σε όλους τους ανθρώπους που στέκονται σε αυτά τα περίπτερα και μου δίνουν σακούλες και βάζω μέσα όλα τα φυλλάδια και κανείς ποτέ δεν με ρώτησε τι θα τα κάνω όλα αυτά που ο μπαμπάς λέει πως είναι «διαφημιστικά», αλλά εγώ τα θέλω γιατί όταν γυρίζω στο σπίτι παίζω γραφεία με τις κούκλες μου. Μια φορά είχα δει και κάτι κυρίες από τη Βουλγαρία που φορούσαν κάτι «παραδοσιακές στολές» (η μαμά μου είπε πως έτσι λέγονται αυτές οι στολές που είναι από κάθε χώρα, όπως εμείς έχουμε τη βλαχοπούλα και τον τσολιά που είναι από πολύ παλιά) ωραίες και χόρευαν κάτι χορούς βουλγάρικους. Αλλά αυτό το έτυχα μόνο μια φορά και ποτέ ξανά και λυπήθηκα που δεν ξαναείδα αυτούς τους χορούς τους βουλγάρικους. 
Τρώμε και μαλλί της γριάς και περιμένω πολύ να φάω κάθε φορά γιατί κάθε φορά ξεχνάω πως κολλάει όλο μου το πρόσωπο από αυτό το μαλλί της γριάς που είναι φτιαγμένο από ζάχαρη γι’ αυτό κολλάει και κάθε φορά λέω πως θα θυμηθώ να βρω έναν τρόπο να το τρώω χωρίς να χώνω όλο μου το πρόσωπο, αλλά κάθε φορά το ξεχνάω και είναι πολύ άσχημο να κολλάς. Μια φορά το θυμήθηκα και το έφαγα λίγο λίγο με το χέρι, αλλά μετά κολλούσε και το χέρι μου και το πρόσωπό μου γιατί βιαζόμουν να το φάω και έκοβα μεγάλα κομμάτια. 
Αυτή την έκθεση ξέρω εγώ που πηγαίνουμε κάθε χρόνο και περιμένουμε στην ουρά για να ανοίξουν οι πόρτες και πάντα έχει πολύ κόσμο και κάθε φορά έρχονται λέει κάτι σημαντικοί άνθρωποι και αυτός ο πρωθυπουργός και μιλάει στην έκθεση, αλλά εμένα δεν με νοιάζει τι λέει γιατί είναι βαρετά και ακαταλαβίστικα και δεν είναι τόσο ωραία σαν τη «Μπαλαρίνα» και το σάντουιτς και τους βουλγάρικους τους χορούς που τους έτυχα μόνο μία φορά.

                                                      Μαρίνα Μάγκλαρη

                                              9ο Δημοτικό Θεσσαλονίκης








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου